Ἡ Ὑπαπαντὴ τοῦ Κυρίου

Ἡ Ὑπαπαντὴ τοῦ Κυρίου

Σαράντα ἡμέρες ἀπὸ τὴν κατὰ σάρκα Γέννηση Του ὁ Χριστὸς προσφέρθηκε στὸν Ναό, σύμφωνα μὲ τὰ καθιερωμένα ἀπὸ τὸν νόμο. Καὶ ἐπειδὴ ἐκεῖ στὸν Ναὸ Τοῦ ἔγινε ὑποδοχὴ ἀπὸ πνευματοκίνητους ἀνθρώπους, καὶ μάλιστα ἐπειδὴ ὁ Συμεὼν τὸν πῆρε στὴν ἀγκαλιά Του, γι᾿ αὐτὸ καὶ λέγεται Ὑπαπαντή. Ἡ λέξη προέρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα ὑπαντάω καὶ σημαίνει ἔρχομαι σὲ συνάντηση κάποιου.

Ἡ Ἐκκλησία καθόρισε ἡ μεγάλη αὐτὴ Δεσποτικοθεομητορικὴ ἑορτὴ νὰ ἑορτάζεται τὴν 2α Φεβρουαρίου, γιατί αὐτὴ ἡ ἡμέρα εἶναι ἡ τεσσαρακοστὴ ἀπὸ τὴν 25η Δεκεμβρίου, πού ἑορτάζεται ἡ κατὰ σάρκα Γέννηση τοῦ Χριστοῦ.

Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο διαιρεῖ τὸν ἐτήσιο χρόνο μὲ τοὺς σταθμοὺς τῆς θείας οἰκονομίας καὶ τὸν εὐλογεῖ. Ταυτόχρονα δίνει στὸν ἄνθρωπο τὴν δυνατότητα νὰ μυηθῆ στὸ μεγάλο μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ.

Ὁ ἴδιος ὁ Θεός, δηλαδὴ ὁ ἄσαρκος Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἔδωσε τὴν ἐντολὴ τοῦ καθαρισμοῦ κατὰ τὴν τεσσαρακοστὴ ἡμέρα στὸν Μωϋσῇ καὶ εἶχε καθιερωθῆ γιὰ ὅλους τοὺς Ἰσραηλίτες.

Καὶ μάλιστα ἡ ἐντολὴ αὐτὴ δόθηκε στὸν Μωϋσῇ πρὶν ἀκόμη γίνη ἡ ἔξοδος τῶν Ἰσραηλιτῶν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο, δηλαδὴ πρὶν τὴν διάβασή τους ἀπὸ τὴν Ἐρυθρὰ θάλασσα.

Ἀφοῦ Αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἔδωσε τὸν νόμο στὸν Μωϋσῇ, ὅταν προσέλαβε τὴν ἀνθρωπίνη σάρκα ἔπρεπε νὰ τὸν ἐφαρμόση, γιὰ νὰ μὴ φανῆ παραβάτης τοῦ νόμου. Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας λέγει ὅτι ὅταν βλέπη κανεὶς τὸν Χριστὸ νὰ τηρῆ τὸν νόμο αὐτὸν δὲν πρέπει νὰ σκανδαλισθῆ, οὔτε Αὐτὸν πού εἶναι ἐλεύθερος νὰ τὸν θεωρήση δοῦλο, ἀλλὰ νὰ ἐννοήση περισσότερό «τῆς οἰκονομίας τὸ βάθος».

Καὶ ἡ τήρηση τοῦ νόμου τῆς προσφορᾶς στὸν Ναὸ ὑπάγεται στὸ μυστήριο τῆς θείας κενώσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ.

Ἐπίσης, κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ, ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε ἀνάγκη καθαρισμοῦ, ἀφοῦ ὁ καθαρμὸς νομοθετήθηκε στὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ γιὰ τοὺς γεννήτορες καὶ γιὰ τὰ γεννώμενα, ἀλλὰ τὸ ἔκανε χάριν ὑπακοῆς στὸν Νόμο πού Αὐτὸς ὁ Ἴδιος ἔδωσε.

Δὲν εἶχε ἀνάγκη καθαρμοῦ ὁ Χριστός, γιατί συνελήφθη ἀσπόρως καὶ γεννήθηκε ἀφθόρως. Βέβαια, ἡ ὑπακοὴ ἔχει τὴν ἔννοια τῆς ὑπακοῆς στὸν νόμο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς ὑπακοῆς τοῦ νέου Ἀδάμ, ἐν ἀντιθέσει μὲ τὴν ἀνυπακοὴ τοῦ παλαιοῦ Ἀδάμ.

Καὶ ἐὰν ἡ ἀνυπακοὴ τοῦ πρώτου Ἀδὰμ εἶχε συνέπεια τὴν πτώση καὶ τὴν φθορά, ἡ ὑπακοὴ τοῦ νέου Ἀδάμ, τοῦ Χριστοῦ, ἐπανέφερε τὴν παρακούσασα ἀνθρώπινη φύση στὸν Θεὸ καὶ θεράπευσε τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν εὐθύνη τῆς παρακοῆς.

Ἡ προσαγωγὴ τῶν παιδιῶν στὸν Ναὸ τὴν τεσσαρακοστὴ ἡμέρα ἦταν ἑορτὴ καθαρισμοῦ. Ἡ μητέρα καὶ τὸ παιδὶ ἔπρεπε νὰ καθαρισθοῦν ἀπὸ τὶς συνέπειες τῆς γεννήσεως.

Βεβαίως, ἡ γέννηση τῶν παιδιῶν εἶναι εὐλογία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἁγνοεῖται ὅτι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον γεννᾶται ὁ ἄνθρωπος εἶναι καρπὸς καὶ ἀποτέλεσμα τῆς πτώσεως, εἶναι οἱ λεγόμενοι δερμάτινοι χιτῶνες, ποῦ φόρεσε ὁ Ἀδὰμ μετὰ τὴν πτώση καὶ τὴν ἀπώλεια τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ.

Τελικά, ὁ Θεὸς εὐλόγησε αὐτὸν τὸν τρόπο γεννήσεως τοῦ ἀνθρώπου, κατὰ παραχώρηση, ἀλλὰ ὅμως εἶναι καρπὸς τῆς πτώσεως. Τόσο οἱ γονεῖς ὅσο καὶ τὰ παιδιὰ πρέπει νὰ ἐνθυμοῦνται αὐτὴν τὴν πραγματικότητα.

Μέσα στὰ θεολογικὰ αὐτὰ πλαίσια πρέπει νὰ ἑρμηνευθῆ ἡ τελετὴ τοῦ καθαρισμοῦ.

Ὅταν σκεφθοῦμε αὐτὲς τὶς θεολογικὲς ἀλήθειες μποροῦμε νὰ δοῦμε ὅτι οὔτε ὁ Χριστὸς, οὔτε ἡ Παναγία εἶχαν ἀνάγκη καθαρισμοῦ. Ἡ ἄσπορη σύλληψη καὶ ἡ ἄφθορη γέννηση δὲν συνιστοῦν ἀκαθαρσία.

Ἡ Παναγία, συνέλαβε ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ ὄχι σπερματικῶς, καὶ γι᾿ αὐτὸ δὲν ἦταν ἀκάθαρτη. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν ὑπαγόταν στὴν περίπτωση αὐτή, ἀλλὰ πῆγε στὸν Ναὸ γιὰ νὰ τήρηση τὸν νόμο.

Ἡ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ ἦταν σαφής: «ἁγίασόν μοι πᾶν πρωτότοκον πρωτογενὲς διανοῖγον πᾶσαν μήτραν». Αὐτὴ ἡ ἐντολὴ ταυτόχρονα εἶναι προφητεία, πού ἀναφέρεται στὴν σάρκωση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν ἔχει ἀπόλυτη ἐφαρμογὴ σὲ κάθε πρωτότοκο ἀρσενικὸ παιδί.

Μόνον ὁ Χριστὸς ἄνοιξε τὴν μήτρα τῆς μητέρας Του, χωρὶς βεβαίως νὰ καταστρέψη τὴν παρθενία, ἀφοῦ τὴν ἄφησε καὶ πάλιν κεκλεισμένη. «Ὅταν μηδενὸς ἔξωθεν κρούσαντος, αὐτὸ τὸ βρέφος ἔσωθεν διανοίγει» (Μ. Ἀθανάσιος).

Εἶναι συγκινητικὴ ἡ σκηνὴ ποὺ ὁ Χριστὸς προσφέρεται ὡς νήπιο, ὡς βρέφος στὸν Ναό. Ὁ προαιώνιος Θεός, πού ταυτόχρονα ὡς Λόγος τοῦ Θεοῦ ἦταν πάντοτε ἑνωμένος μὲ τὸν Πατέρα Του καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, καὶ διηύθυνε τὸν κόσμο, ὅλα τὰ σύμπαντα, παρουσιάζεται ὡς βρέφος στὸν Ναό, εὑρισκόμενοςστὴν ἀγκαλιὰ τῆς μητέρας Του

Ἄν καί ὁ Χριστὸς ἦταν νήπιο, ταυτόχρονα ἦταν «πρὸ αἰώνων Θεός», καὶ γι᾿ αὐτὸ ἦταν σοφώτερος ἀπὸ κάθε ἄλλον. Γνωρίζουμε ὅτι ἀπὸ τὴν ἕνωση θείας καὶ ἀνθρωπίνης φύσεως στὴν ὑπόσταση τοῦ Λόγου, μέσα στὴν κοιλία τῆς Θεοτόκου, ἡ ἀνθρώπινη φύση θεώθηκε, καὶ γι᾿ αὐτὸ ἡ ψυχὴ τοῦ Χριστοῦ ἦταν πλουτισμένη μὲ τὸ πλήρωμα τῆς σοφίας καὶ τῆς γνώσεως.

Μὲ τὴν νηπιότητα αὐτὴ θεράπευσε τὸ «νηπιῶδες φρόνημα» τοῦ Ἀδάμ. Ὅταν ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν Ἀδὰμ στὸν Παράδεισο, ὁ Ἀδὰμ ἦταν νήπιος ὡς πρὸς τὴν Χάρη καὶ τὸν ἁγιασμό. Εἶχε, βέβαια, φωτισμὸν νοός, ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ δοκιμασθῆ καὶ νὰ φθάση στὴν θέωση. Ἐπειδὴ ἦταν ἄπλαστος καὶ νήπιος πνευματικά, ἐπειδὴ εἶχε νηπιῶδες φρόνημα, γι᾿ αὐτὸ εὔκολα ἀπατήθηκε ἀπὸ τὸν πονηρὸ δαίμονα, πού ἐγήρασε στὴν ἁμαρτία καὶ τὴν πονηρία.

Γι᾿ αὐτὸ ὁ Χριστός, ἔχοντας τὴν σωματικὴ νηπιακὴ ἡλικία, θεράπευσε ὄχι μόνον τὸ νηπιῶδες φρόνημα τοῦ Ἀδάμ, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνθρωπίνη φύση, καὶ ἔκανε αὐτὸ πού δὲν κατόρθωσε νὰ κάνη ὁ πρῶτος Ἀδάμ. Ἔτσι, μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ Του, ὁ Θεὸς Πατὴρ ἔκανε πιὸ σίγουρη καὶ ἀποτελεσματικὴ τὴν θέωση τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν μποροῦσε πιὰ ὁ διάβολος νὰ πλανήση τὴν ἐν Χριστῷ ἀνθρώπινη φύση, ὅπως τὸ ἔκανε μὲ εὐχέρεια στὸν πρῶτο Ἀδάμ.

Ἡ κένωση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ὅπως φαίνεται καὶ στὴν περίπτωση τῆς προσφορᾶς Του στὸν Ναό, ὑπερέβη καὶ τὴν ἀντίληψη τῶν ἀγγέλων, ἀφοῦ καὶ αὐτοὶ ἐξεπλάγησαν ἀπὸ τὴν ἄπειρη συγκατάβαση τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς λέγει ὅτι οἱ γονεῖς τοῦ Χριστοῦ τὸν ὁδήγησαν στὸν Ναὸ «τοῦ δοῦναι θυσίαν κατὰ τὸ εἰρημένον ἐν νόμω Κυρίου, ζεῦγος τρυγόνων ἤ δύο νεοσσοὺς περιστερῶν».

Οἱ γονεῖς τοῦ Χριστοῦ δὲν πρόσφεραν ἀμνό, ὅπως ἔδινε τὴν δυνατότητα ὁ νόμος, ἐπειδὴ ἦταν πτω χοί.

Οἱ πλούσιες τάξεις προσέφεραν ἀμνὸ ἐνιαύσιο καὶ ἄμωμο, ἐνῶ οἱ πτωχότερες τάξεις ἕνα ζευγάρι τρυγόνων ἤ δύο νεοσσοὺς περιστερῶν (Προκόπιος). Πραγματικά, ὁ Χριστὸς γεννήθηκε σὲ πτωχικὴ οἰκογένεια καὶ μεγάλωσε ὡς πτωχός.

Τελικά, ὅμως, ἡ πτώχεια τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔγκειται μόνο στὸ ὅτι γεννήθηκε καὶ ἔζησε πτωχός, ἀλλὰ κυρίως στὸ ὅτι ἐνανθρώπησε καὶ προσέλαβε τὴν ἀνθρώπινη φύση. Ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἐνῶ ἦταν πλούσιος, ἐπτώχευσε γιὰ νὰ πλουτίσουμε ἐμεῖς μὲ τὴν θεότητά Του.

Ὁ νόμος προέβλεπε νὰ προσφέρεται ζεῦγος τρυγόνων ἤ δύο νεοσσοὶ περιστερῶν, γιατί μὲ τὸ πρῶτο ζεῦγος τρυγόνων δηλωνόταν ἡ σωφροσύνη τῶν γονέων, πού εἶχε σχέση μὲ τοὺς συνεζευγμένους κατὰ τὸν νόμο τοῦ γάμου, ἐνῶ τὸ δεύτερο νεοσσοὶ περιστερῶν, ἀναφερόταν στὴν Παναγία καὶ τὸν Χριστό, ἀφοῦ ὁ Χριστὸς γεννήθηκε ἀπὸ τὴν Παρθένο καὶ Αὐτὸς παρέμεινε ὡς τὸ τέλος Παρθένος. Ἔτσι, ἐνῶ τὸ πρῶτο δήλωνε τὸν τίμιο καὶ εὐλογημένο γάμο, τὸ δεύτερο προτύπωνε τὴν παρθενία τῆς Παναγίας καὶ τοῦ Χριστοῦ (Ἅγ. Γρηγόριος Παλαμᾶς).

Ἡ προβλεπομένη ἀπὸ τὸν νόμο τοῦ Κυρίου προσφορὰ ἦταν τύπος τοῦ Χριστοῦ, σημειώνει ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας.

Αὐτὸ συμβόλιζε τὸν Χριστό, ἀφοῦ ὁ Χριστὸς σὰν τρυγόνι κατακελάϊδησε σὲ ὅλη τὴν γῆ καὶ γέμισε μὲ τὴν καλλιφωνία του τὸν δικό Του ἀμπελώνα, δηλαδὴ ἐμᾶς πού πιστεύουμε σὲ Αὐτόν, καὶ σὰν περιστέρι εἶχε τὴν πραότητα στὸν τέλειο βαθμό. Σαφῶς, λοιπόν, αὐτὴ ἡ προσφορὰ ἀναφερόταν στὴν ἐνανθρώπηση τοῦ ἐλεήμονος Θεοῦ.

Ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ εἶδος τοῦ βίου ποὺ ἐκλέγει κανείς, δηλαδὴ γάμο ἤ παρθενία, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν τρόπο τῆς ζωῆς, ἀπὸ τὴν σχέση ποὺ ἔχει μὲ τὸν Χριστό. Καὶ στὴν μία καὶ στὴν ἄλλη περίπτωση ἀπαιτεῖται παρθενία καὶ σωφροσύνη.

Σὲ αὐτὸ κατευθύνει ἡ μυστηριακὴ καὶ ἡ ἀσκητικὴ ζωή, σὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ζωῆς ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο ὁ Θεάνθρωπος Χριστός.

Ἡ ἑορτὴ τῆς Ὑπαπαντῆς δὲν εἶναι ἁπλῶς μία ἑορτὴ πού ἀναφέρεται ἁπλῶς στὸν Δεσπότη Χριστὸ καὶ ὑποδηλώνει ἕναν ἀπὸ τοὺς σταθμοὺς τῆς θείας Οἰκονομίας, ἀλλὰ καὶ μία ἑορτὴ τοῦ ἀνθρώπου ποῦ ζῆ μὲ τὸν Χριστό.

Ἡ Ἐκκλησία τὴν ἑορτὴ τοῦ σαραντισμοῦ τοῦ Χριστοῦ τὴν ἔκανε καὶ τελετή, ἀκολουθία σαραντισμοῦ κάθε ἀνθρώπου, μετὰ τὴν γέννησή του. Τὴν τεσσαρακοστὴ ἡμέρα ἀπὸ τὴν γέννηση προσφέρεται τὸ βρέφος στὸν Ναὸ ἀπὸ τὴν μητέρα του.

Αὐτὴ ἡ προσφορὰ ἔχει διπλὴ σημασία καὶ ἔννοια. Πρῶτον, εὐλογεῖται ἡ μητέρα γιὰ τὸ τέλος τοῦ καθαρισμοῦ της ἀπὸ τὰ αἵματα τῆς λοχείας.

Ἡ Ἐκκλησία, ὅπως εὔχεται γιὰ κάθε ἀσθένεια, ἔτσι καὶ εὔχεται γιὰ τὴν γυναίκα ποὺ γέννησε καὶ εἶναι φυσικὸ νὰ αἰσθάνεται κόπο καὶ σωματικὴ ἀδυναμία. Προσεύχεται νὰ τὴν καθαρίση καὶ γιὰ τὸν λόγο ὅτι ὁ τρόπος γεννήσεως τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως τὸν γνωρίζουμε σήμερα, εἶναι μεταπτωτικός.

Δεύτερον, εἶναι τελετὴ εὐχαριστήρια γιὰ τὴν γέννηση ἑνὸς παιδιοῦ. Ἐπειδὴ ἡ σύλληψη καὶ ἡ γέννηση ἑνὸς ἀνθρώπου δὲν εἶναι ἁπλῶς ἔργο τῆς φύσεως, ἀλλὰ τῆς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, γι᾿ αὐτὸ αἰσθανόμαστε ὅτι ἀνήκει στὸν Θεό. Ἔτσι, τὸ προσφέρουμε στὸν Θεὸ καὶ Ἐκεῖνος διὰ τοῦ Ἱερέως μᾶς τὸ παραχωρεῖ ἐκ νέου γιὰ νὰ τὸ μεγαλώσουμε. Ὅμως στὴ πραγματικότητα ἀνήκει στὸν Θεό.

Πρέπει ὅμως νὰ προσφέρουμε στὸν Θεό, στὸ ἄνω θυσιαστήριο, κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης, ἀντὶ τοῦ ζεύγους τρυγόνων τὴν καθαρότητα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, καὶ ἀντὶ τῶν δύο νεοσσῶν περιστερῶν νὰ προσέχουμε πολὺ ὄχι μόνο ἐνώπιόν του Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων.

Καί, ὅπως ὁ Χριστὸς ἐτέλεσε ὅλα τὰ τοῦ νόμου καὶ ἐπέστρεψε στὴν πατρίδα Του, πληρούμενος καὶ προκόπτοντας στὴν σοφία, ἔτσι καὶ ἐμεῖς νὰ ἐπιστρέψουμε στὴν ἀληθινή μας πατρίδα, πού εἶναι ἡ ἐπουράνιος Ἱερουσαλήμ, ἀφοῦ ζήσουμε πνευματικῶς κατὰ τὸν θεῖο νόμο καὶ προκόψουμε στὴν σοφία καὶ τὴν χάρη καὶ φθάσουμε στὸ μέτρο τῆς ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ, τελειούμενοι κατὰ τὸν ἔσω ἄνθρωπο καὶ γενόμενοι ἐνδιαίτημα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Εἶναι καθῆκον μας, κατὰ τὸν Μ. Ἀθανάσιο, καὶ ἐμεῖς νὰ συναντήσουμε τὸν Χριστὸ μὲ σωφροσύνη, καθαρότητα, ἀκακία, ἀμνηστία, καὶ γενικῶς μὲ φιλοθεΐα καὶ φιλανθρωπία. Δὲν μπορεῖ κανεὶς μὲ ἄλλο τρόπο νὰ συνάντηση τὸν Χριστό, τὴν ἀληθινὴ ζωή.

Ἡ Ὑπαπαντὴ τοῦ Χριστοῦ δείχνει ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ζωὴ καὶ τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων καὶ ὅτι ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ ἀποβλέπη στὴν ἀπόκτηση αὐτοῦ του ἐνυποστάτου φωτὸς καὶ τῆς ἐνυποστάτου ζωῆς.

Ἡ Ἐκκλησία ψάλλει παρακλητικά: «Λάμπρυνόν μου τὴν ψυχὴν καὶ τὸ φῶς τὸ αἰσθητόν, ὅπως ἴδω καθαρῶς καὶ κηρύξω σὲ Θεόν».

Γιὰ νὰ κηρύξη κανεὶς τὸν Θεὸ πρέπει νὰ τὸν ἰδῆ καθαρά. Μόνον οἱ ὁρῶντες τὸν Θεὸ ἤ τοὐλάχιστον ἐκεῖνοι ποὺ δέχονται τὴν πείρα τῶν ὁρώντων, μποροῦν νὰ γίνωνται διδάσκαλοι.

Ἀλλά, γιὰ νὰ ἰδῆ κανεὶς τὸν Θεὸ πρέπει προηγουμένως νὰ λαμπρυνθῆ, νὰ φωτισθῆ ὡς πρὸς τὴν ψυχὴ καὶ τὶς σωματικὲς αἰσθήσεις. Τότε ἡ ἑορτὴ τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ Χριστοῦ γίνεται καὶ ἑορτὴ τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ κάθε πιστοῦ. Ἀμήν.


ΠΡΟΪΟΝΤΑ